Social Icons

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

Αποσπάσματα από το νέο ιστορικό- κοινωνικό μυθιστόρημα του Θάνου Μπλούνα, με τίτλο «ΔΕΝ ΤΟ ΕΜΑΘΑΝ ΠΟΤΕ»


Θάνος Μπλούνας
ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 68 ΧΡΟΝΙΑ 

Αποσπάσματα από το νέο μου ιστορικό- κοινωνικό μυθιστόρημα με τίτλο «ΔΕΝ ΤΟ ΕΜΑΘΑΝ ΠΟΤΕ» ( Σε μερικές εβδομάδες οδεύει από τις ΧΡΟΝΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ στο τυπογραφείο…)

Λίγες μέρες μετά την κηδεία στην Αγία Μαρίνα (ο παπα-Σταύρος) πραγματοποίησε το δεύτερο ταξίδι του ανατολικά της Λαμίας, αυτή τη φορά στη Στυλίδα, για να συμμετάσχει σ’ ένα ιερατικό συλλείτουργο. Ο λόγος της πραγματοποίησης του συλλείτουργου, όπως έγραψε στο ημερολόγιό της η παπαδιά, ήταν ένα …«θαύμα»:

Ιανουάριος 1943: Την περασμένη Πέμπτη έγινε στη Στυλίδα ένα θαύμα! Στο κέντρο της κωμοπόλεως εμφανίσθηκε στο τζάμι ενός σπιτιού η μορφή της Παναγίας! Κάποιοι άπιστοι λένε πως δεν πρόκειται για θαύμα, αλλά για ψευδαίσθηση και θυμίζουν πως ήταν απομεσήμερο κι είχε λιακάδα. Χτύπησαν, λένε, οι ακτίνες του ήλιου στο τζάμι αυτού του σπιτιού και τα νερά που είχε μέσα του το γυαλί, δημιούργησαν σε κάποιους, με τη βοήθεια της φαντασίας τους, την ψευδαίσθηση ότι στο τζάμι είδαν τη Μεγαλόχαρη.

Αυτά υποστηρίζουν οι άπιστοι και φυσικό είναι ν’ ακούς κάτι τέτοια από άθεους. Το μόνο που κάνουν είναι να συκοφαντούν τη θρησκεία μας και να υποστηρίζουν πως όσα λέγονται για θαύματα, ακόμα κι αυτά που κάνει κάθε χρόνο η Μεγαλόχαρη της Τήνου, είναι παραμύθια. Όμως ο κόσμος που πιστεύει, ξέρει ότι θαύματα γίνονται. Όλοι όσοι πρόλαβαν να μαζευτούν έξω από το παράθυρο, είναι βέβαιοι πως είδαν το πρόσωπο της Θεομήτορος. […]

Την Παρασκευή, αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του θαύματος στη μητρόπολη ο δεσπότης έδωσε εντολή να πραγματοποιηθεί την Κυριακή στη Στυλίδα ιερατικό συλλείτουργο με τους ιερείς της περιοχής. Αν ήταν άλλη μέρα, στο συλλείτουργο θα χοροστατούσε ο ίδιος ο Ευσέβιος. Όμως, εκτός του ότι μόλις προ ολίγων ημερών είχε πάει στη Στυλίδα για να ρίξει τον σταυρό στη θάλασσα, όπως κάνει κάθε χρόνο των Θεοφανείων, αυτή την Κυριακή είχε προγραμματίσει να λειτουργήσει στην Αταλάντη. Ως εκπρόσωπος του σεβασμιωτάτου συμμετείχε στο συλλείτουργο ο παπάς μου! Και η εντολή που πήρε προσωπικώς από τον δεσπότη μας ήταν να καυτηριάσει τους απίστους, οι οποίοι αμφισβήτησαν την εμφάνιση της Θεομήτορος.

Σ’ αυτό το δεύτερο ταξίδι του στην Ανατολική Φθιώτιδα, που πραγματοποιήθηκε με ταξί, τον συνόδεψα κι εγώ μαζί με το ζεύγος Σκαλιάρη.
Στο ταξί ο παπάς κάθισε μπροστά στη θέση του συνοδηγού. Επέμεινε γι’ αυτό «ο φίλος του ο Ματθαίος», λέγοντάς του ότι δεν ήταν σωστό να κάθεται μπροστά ο λαϊκός και πίσω ο κληρικός. Έτσι ο κύριος Ματθαίος, «το δεξί χέρι» του δεσπότη μας, που λύνει και δένει στα γραφεία της μητροπόλεώς μας, θρονιάστηκε στη μέση τού πίσω καθίσματος, ανάμεσα σ’ εμένα και στην Ευανθία. Ο λόγος που κάθισε ανάμεσά μας δεν ήταν γιατί «η θέση αυτή είναι άβολη για κυρίες», όπως μας εξήγησε, αλλά για να μπορεί δήθεν τυχαία κάθε τόσο… να τρίβεται πάνω μου! Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως γι’ αυτό επέμενε να καθίσει στο πίσω κάθισμα και ειδικά σ’ αυτή τη θέση, αλλά πού να το καταλάβουν αυτό ο απονήρευτος ο άντρας μου και ο μπούφος η Ευανθία.[…]".

Το ταξί, που τους μετέφερε από τη Λαμία για το συλλείτουργο, ένα τέταρτο πριν από τις οχτώ πλησίαζε στο δυτικό άκρο της πόλης. Το συλλείτουργο θα άρχιζε με καθυστέρηση στις οχτώ και μισή, για να προλάβουν οι παπάδες των γύρω χωριών φτάσουν έγκαιρα στην εκκλησία. Μιας και είχαν αρκετή ελεύθερη ώρα στη διάθεσή τους, ο παπα-Σταύρος παρακάλεσε τον ταξιτζή, που είχε μεγαλώσει στη Στυλίδα, να κόψει ταχύτητα και να τους κάνει τον ξεναγό.

Η ξενάγηση άρχισε από την Αγία Αικατερίνη. Η εκκλησία των προσφύγων της Στυλίδας ήταν μια μικρή ξύλινη ορθογώνια παράγκα στη βόρεια πλευρά του δρόμου, δίπλα σ’ ένα κυπαρίσσι και στα κατάλοιπα του αρχαίου τείχους της πόλης των Φαλάρων, όπως λεγόταν στην αρχαιότητα το επίνειο της Λαμίας. Αν δεν υπήρχε ένας σταυρός στη στέγη της παράγκας και μια μικρή καμπάνα κρεμασμένη σ’ ένα χοντρό κλωνάρι του κυπαρισσιού, οι απληροφόρητοι περαστικοί θα ήταν αδύνατο να μαντέψουν ότι η παράγκα ήταν εκκλησία. Λίγο μετά την εκκλησία υπήρχαν στην ίδια πλευρά του δρόμου κάμποσα μικρά ισόγεια και διώροφα σπίτια -ο «Συνοικισμός» των προσφύγων, όπως τα είχαν βαφτίσει οι ντόπιοι. Είχαν χτιστεί από την κυβέρνηση, σε οικόπεδα που παραχώρησε ο δήμος κι ήταν αποκομμένα σχεδόν από την υπόλοιπη πόλη.

Τα σπίτια των παλιών Στυλιδιωτών άρχιζαν ανατολικότερα. Τα περισσότερα βρίσκονταν επίσης βόρεια του δρόμου, ενώ στην αραιοκατοικημένη νότια πλευρά του υπήρχε μια μικρή λιθόκτιστη εκκλησία αφιερωμένη στον προστάτη των θαλασσινών Άγιο Νικόλαο. Απλή κι απέριττη σαν μεγάλη αποθήκη ήταν και τούτη η εκκλησία, στο πλάι της όμως υπήρχε ένα όμορφο λευκό καμπαναριό, όπως αυτά που βλέπει κανείς στις αιγαιοπελαγίτικες εκκλησιές. Όπως τους εξήγησε ο «ξεναγός τους», το συγκεκριμένο κωδωνοστάσιο ανήκε στον παλιό μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος το 1937 κατεδαφίστηκε, για να χτιστεί στη θέση του ένας πολύ μεγαλύτερος, τον οποίο αντίκρισαν σε λίγο στο βάθος του δρόμου.

«Είχα ακούσει πως ο ναός αυτός εντυπωσιάζει όσους τον βλέπουν για πρώτη φορά, αλλά δεν φανταζόμουν ότι ξεπερνά σε μεγαλοπρέπεια και αυτόν τον μητροπολιτικό ναό της Λαμίας», είπε με θαυμασμό ο παπάς.
«Είναι πράγματι εντυπωσιακός», συμφώνησε ο Σκαλιάρης. «Άρχισε να χτίζεται αμέσως μετά την κατεδάφιση του παλιού και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1940. Στις 27 Οκτωβρίου έγιναν τα θυρανοίξια και κατά σύμπτωση το επόμενο πρωί κηρύχτηκε ο πόλεμος με την Ιταλία!...»
Ήταν νωρίς ακόμα για το συλλείτουργο, γι’ αυτό ο οδηγός τους, αντί να συνεχίσει ευθεία για τον Άγιο Αθανάσιο, έστριψε δεξιά, κατηφορίζοντας αργά αργά προς την πλατεία και το λιμάνι.
Στο λιμάνι, δίπλα σ’ ένα αγκυροβολημένο πλοίο, στο οποίο κυμάτιζε η σβάστικα, βρισκόταν σταθμευμένη μια αμαξοστοιχία με κάμποσα βαγόνια, που έφταναν ως την πλατεία.

«Δεν είχα ακούσει ότι η σιδηροδρομική γραμμή φτάνει στο λιμάνι», σχολίασε ο παπάς.
«Πριν από μερικές εβδομάδες τα τρένα σταματούσαν εκεί», του εξήγησε ο ταξιτζής, δείχνοντάς του τον σιδηροδρομικό σταθμό, στο βόρειο μέρος της πλατείας. «Το κομμάτι της γραμμής από τον σταθμό μέχρι το λιμάνι το έφτιαξαν οι Γερμανοί μετά το σαμποτάζ στον Γοργοπόταμο. Για να ξαναστήσουν τη γέφυρα στον Γοργοπόταμο ήθελαν μήνες, ενώ τα πεντακόσια μέτρα της γραμμής απ’ τον σταθμό μέχρι το λιμάνι τα έφτιαξαν σε λίγες μέρες! Κι από τότε που το έργο τελείωσε, ο εφοδιασμός των στρατευμάτων τους στην Αφρική συνεχίζεται πλέον κανονικά από δω».

«Πολύ κακό για το τίποτα», είπε ο Σκαλιάρης. «Πανηγύρισε όλη η Ευρώπη, όταν έγινε η ανατίναξη, γιατί πίστεψαν όλοι ότι θα σταματούσε για πολλούς μήνες ο ανεφοδιασμός της στρατιάς του Ρόμελ. Και ενώ ο ανεφοδιασμός συνεχίστηκε από δω μετά από λίγες μέρες, οι όμηροι που σκότωσαν οι Γερμανοί έφυγαν για πάντα. Άξιζε η θυσία τόσων ανθρώπων, για μια τόσο μικρή καθυστέρηση στον ανεφοδιασμό του Ρόμελ;»

Ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που η παπαδιά συμφώνησε μέσα της με την άποψη «πολύ κακό για το τίποτα» του «ευεργέτη τους» αλλά και μια από τις ελάχιστες φορές που ο παπάς της διαφώνησε με τον φίλο του.
«Καμιά θυσία ενός λαού, που αγωνίζεται για την ελευθερία του, δεν πάει χαμένη», αντέτεινε. «Ακόμα κι αν κάποια θυσία φαίνεται μάταια, λειτουργεί, όπως ο σπόρος που θάβεται στη γη. Αργά ή γρήγορα θα φυτρώσει και θα δώσει καρπούς. […]

Μεσοβδόμαδα μετά το συλλείτουργο στη Στυλίδα, η παπαδιά ξαναγράφει στο ημερολόγιό της, εκτονώνοντας τον εκνευρισμό που της προκάλεσε μια επίσκεψη της Ευανθίας:
"Ιανουάριος 1943: Κολάστηκα την Κυριακή και συγχύστηκα όσο ποτέ άλλοτε με τον «φίλο» του παπά μου. Φυσικό ήταν, αφού, και στον πηγαιμό μας για το συλλείτουργο στη Στυλίδα με το ταξί και στην επιστροφή μας, αυτός ο πρόστυχος έτοιμος ήταν να με χουφτώσει κανονικά. Κι ενώ δεν είχα καλά καλά συνέλθει από το θράσος του εφαψία, πρωί πρωί σήμερα είχα και την επίσκεψη της συμβίας του, που με ταρακούνησε!

Με τη χωριάτα την Ευανθία κάνω βέβαια συχνά παρέα, αλλά όχι γιατί ταιριάζουμε κι είμαστε φίλες. Λυκοφιλία έχουμε! Τη συναναστρέφομαι αναγκαστικά, επειδή ο παπάς μου εργάζεται στα γραφεία της μητροπόλεως, όπου κάνει κουμάντο «ο φίλος και ευεργέτης μας», όπως τον χαρακτηρίζει συχνά. Όμως εγώ κάθε άλλο παρά ευεργέτη και φίλο μας τον θεωρώ. Τον γνώριζα απ’ την Αθήνα, τότε που ήταν φοιτητής κι έμενε στη γειτονιά μας. Από τότε μου καθόταν στο στομάχι, γιατί ντυνόταν σαν λιμοκοντόρος με τα λεφτά της θείας του και παρίστανε τον πλούσιο και τον γόη!

Στο στομάχι μου κάθεται και η καραβλαχάρα η γυναίκα του, γιατί τις περισσότερες φορές που συναντιόμαστε με κάνει με την υπεροψία της και με και τις μπηχτές της έξω φρενών! Επειδή είναι ανιψιά του δεσπότη και οι παπάδες με τις πρεσβυτέρες τους της κάνουν τεμενάδες, θεωρεί πως είναι σπουδαία! Έχω βαρεθεί να την ακούω να μου λέει συνέχεια για τον θείο της και για «τον Ματθαίο της», που μας ευεργέτησαν. Μου το ξαναθύμισε σήμερα ότι τάχα χωρίς τη βοήθεια του άντρα της ο παπάς μου θα δούλευε ακόμα σερβιτόρος, περιμένοντας να διοριστεί θεολόγος σε κανένα ημιγυμνάσιο δυσπρόσιτης ορεινής περιοχής. Ακούγοντάς την να μου μιλάει για «τον Ματθαίο της», που «στενοχωριόταν να βλέπει τον καημένο τον παπα-Σταύρο, να κουβαλάει πιάτα και ποτήρια στους πελάτες του μαγειρείου», στο οποίο δούλευε πριν χειροτονηθεί, με δυσκολία συγκρατήθηκα να μην της τα ψάλω.

Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι τον παπά μου τον έφερε στη Λαμία και τον έκανε παπά, για να τον βοηθήσει; Είσαι γελασμένη! θα της έλεγα. Φοιτητής του «Σχεδόν καλώς» υπήρξε ο Ματθαίος σου και δεν θα τα ’βγαζε πέρα με τη δουλειά, ενώ ό άντρας μου τελείωσε αριστούχος το πανεπιστήμιο. Στη Λαμία τον έφερε για να τον εκμεταλλεύεται. […] (Κι εσένα) δεν φαντάζομαι να πιστεύεις πως αυτός ο εκμεταλλευτής σε παντρεύτηκε επειδή σε είδε στον δρόμο και τον χτύπησε ο έρωτας κατακούτελα. Αν πιστεύεις κάτι τέτοιο, είσαι ηλίθια! θα συνέχιζα. Ο Ματθαίος σου σε πήρε γιατί είσαι ανιψιά δεσπότη και μυρίστηκε προίκα και μια καλοπληρωμένη θέση προϊσταμένου στα γραφεία της μητροπόλεως! Αν ήταν ερωτευμένος μαζί σου, δεν θα τριβόταν πάνω μου ο ανώμαλος μέσα στο ταξί την Κυριακή [… ]".

Ελάχιστες μέρες πριν ο Ιανουάριος του ’43 παραδώσει τη σκυτάλη στον Φεβρουάριο, ο παπα-Σταύρος πήρε νέα εντολή από τον Σκαλιάρη να πάει να λειτουργήσει στις Ράχες, ένα χωριό κάπου δεκαπέντε χιλιόμετρα ανατολικά της Στυλίδας.
«Οι Ραχιώτες έχουν μείνει μετά τα Θεοφάνεια αλειτούργητοι, γιατί ο παπα-Βασίλης είναι άρρωστος. Σκέφτηκα, λοιπόν, να πας να λειτουργήσεις των Τριών Ιεραρχών που πέφτει Σάββατο, κι αν θέλεις να μείνεις και την Κυριακή», του είχε πει. «Θα είναι ευκαιρία καθ’ οδόν να γνωρίσεις και τον Αχινό».
«Τον Αχινό; Το χωριό της μητέρας σου;»
«Ναι, το χωριό της μητέρας μου, που είναι ενορία του παπα-Λάζαρου και σύντομα θα γίνει δικό σου χωριό και δική σου ενορία».
«Τι εννοείς;»

«Εννοώ ότι ο παπα-Λάζαρος είναι πολύ γέρος και, τώρα που χήρεψε, σκέφτεται να τα παρατήσει και να πάει να ζήσει στο σπίτι της κόρης του στην Καρδίτσα. Γι’ αυτό παρακάλεσα τον σεβασμιότατο, όταν με το καλό φύγει ο παπα-Λάζαρος για την Καρδίτσα, ν’ αναλάβεις εσύ την ενορία. Του θύμισα ότι είσαι αδελφικός μου φίλος και του εξήγησα ότι αντιμετωπίζεις σοβαρό οικονομικό πρόβλημα χωρίς ενορία, μόνο μ’ αυτά τα λίγα που παίρνεις από μας -λιγότερα κι απ’ το ενοίκιο του σπιτιού σας- και με τις πενταροδεκάρες που μαζεύεις απ’ τα τρισάγια στην Ξηριώτισσα.

Δυσκολεύτηκα να τον πείσω να πει το ναι, γιατί την ενορία αυτή του την είχε ζητήσει κι ο δήμαρχος για λογαριασμό του ανιψιού της γυναίκας του, που είναι παπάς στο Γαρδίκι Ομιλαίων. Βλέπεις ο Αχινός είναι μεγάλο χωριό με πολλούς ευκατάστατους κατοίκους κι ο παπάς τους πληρώνεται καλά απ’ αυτούς. Βέβαια, όταν αναλάβεις, θα μου λείψει η βοήθειά σου εδώ, αλλά νομίζω ότι κι εσύ το ίδιο θα έκανες για μένα. Αν μπορούσες να προσφέρεις μια καλύτερη θέση στον καλύτερο φίλο σου, δεν θα δίσταζες να κάνεις μια παρόμοια προσωπική θυσία».

Ακούγοντάς το λογύδριο του φίλου του, ο αγαθός λευίτης συγκινήθηκε.
«Μακάρι να με αξιώσει ο Θεός να μπορέσω κι εγώ μια μέρα να ανταποδώσω έστω ένα μικρό μέρος των όσων έχεις κάνει για μένα…»
«Ίσως αυτή η μέρα να μην αργήσει.[…..]»
Δεν συζήτησε περισσότερα με τον «ευεργέτη του» ο παπάς για την ενορία του Αχινού, όταν όμως το μεσημέρι ανακοίνωσε καταχαρούμενος τα ευχάριστα στην παπαδιά, εκείνη δεν έδειξε να συμμερίζεται την χαρά του.
«Χαίρεσαι σαν μικρό παιδί, λες και σου κάνει χάρη. Πτυχιούχος είσαι, θα μπορούσε να σε προτείνει για κάποια ενορία της Λαμίας ή έστω για την Αταλάντη ή τη Στυλίδα κι όχι να μας στείλει εξορία σε χωριό», σχολίασε εκνευρισμένη.

Εκείνος προσπάθησε να την καλμάρει. Της εξήγησε ότι, ακόμα κι αν παραμείνει κάποια από τις ενορίες αυτές κενή, είχαν προτεραιότητα άλλοι παπάδες, που είναι κι εκείνοι αρκετά μορφωμένοι και παλιότεροι στη μητρόπολη απ’ ό,τι ο ίδιος. Μπορεί ο Αχινός να μην ήταν πόλη, όμως, όπως είχε πληροφορηθεί, ήταν μεγάλο κι ωραίο χωριό, πολύ κοντά στη Στυλίδα κι από τα πλουσιότερα χωριά της Φθιώτιδας: πεδινό, κατάφυτο και σε απόσταση μόλις ένα χιλιόμετρο από τη θάλασσαν και δέκα από τη Στυλίδα.
Επιπλέον, διέθετε μακραίωνη ιστορία. Κατά την αρχαιότητα ήταν πόλη και ονομαζόταν Εχίνος! Και κατά τους πρωτοχριστιανικούς αιώνες διετέλεσε έδρα επισκόπου!
«Αν το χωριό είναι πλούσιο και σε πληρώνουν καλά κι αν είναι κοντά στη Στυλίδα και σου αρέσει, ας πάμε κι ας ελπίσω ότι θα μου αρέσει κι εμένα», του αποκρίθηκε. «Τουλάχιστον θα πάψει να σε στέλνει κάθε τόσο μες στο καταχείμωνο από δω κι από κει, σαν να είσαι κλητήρας του».

Δεν διέθεταν συγκοινωνία οι Ράχες και το ταξίδι του παπά μέχρι εκεί έγινε με το κάρο του Χαράλαμπου Λάγιου. Ο Λάγιος ήταν σαρανταπεντάρης, στην ηλικία του παπά, από την Ευρυτανία. Στα νιάτα του περνούσε τον χειμώνα στις Ράχες, δουλεύοντας στον ελαιώνα, ώσπου τα ταίριασε με μια νεαρή Ραχιώτισσα, την παντρεύτηκε κι έγινε κι αυτός Ραχιώτης και πατέρας τριών παιδιών. Πριν από την Κατοχή, εκτός από τη δουλειά του στο προικώο κτηματάκι της γυναίκας του, εργαζόταν ως μεσίτης σε εξαγωγείς εμπόρους ελιάς, που αποτελούσε και αποτελεί το βασικό γεωργικό προϊόν της περιοχής.

Με την Κατοχή, που το εξαγωγικό εμπόριο της ελιάς σταμάτησε, συμπλήρωνε το οικογενειακό εισόδημα και εκτελούσε το καθήκον του στην πατρίδα λειτουργώντας ταυτόχρονα ως μικρέμπορος ελιάς και ως αγγελιαφόρος μηνυμάτων του ΕΑΜ Λαμίας για τους αντάρτες της Όθρης. Κάθε Παρασκευή πρωί μετέφερε με το κάρο του ελιές απ’ το χωριό του στη Λαμία και τις διέθετε σε μπακάλικα και συναδέλφους του μικρέμπορους της λαϊκής αγοράς και το μεσημέρι επέστρεφε στις Ράχες, έχοντας συνήθως μαζί του και κάποιο γραπτό μήνυμα του ΕΑΜ.

Παρασκευή μεσημέρι, παραμονή των Τριών Ιεραρχών, ο παπάς επιβιβάστηκε στο ιππήλατο όχημα του Λάγιου και ξεκίνησε μαζί του για τις Ράχες. Ταλαιπωρία θα ήταν γι’ αυτόν το ταξίδι με το κάρο, αλλά ο Γρίβας, το άλογο που το έσερνε, ήταν δυνατός και γρήγορος και το ταξίδι τους, όπως του εξήγησε ο Λάγιος, θα διαρκούσε λιγότερο από πέντε ώρες.

Ο καιρός ήταν καλός για την εποχή. Οι αλκυονίδες του Ιανουαρίου είχαν παραταθεί κι επικρατούσε ηλιοφάνεια. Έκανε κρύο βέβαια, ήλιος με δόντια, αλλά ο παπάς ήταν καλά ντυμένος.
Ανάμεσα στο αντερί και το πανώρασο φορούσε ένα μάλλινο κοντόρασο, στο κεφάλι σκούφο και στα χέρια μάλλινα γάντια. Καλά ήταν ντυμένος κι ο καλοσυνάτος και ομιλητικός Ραχιώτης. Με την κουβέντα, σαν να ήταν παλιοί γνώριμοι, ούτε που κατάλαβαν πότε πέρασαν δυόμιση ώρες κι έφτασαν στη Στυλίδα.

Ήταν εργάσιμη μέρα αυτή τη φορά και στο λιμάνι υπήρχε κίνηση. Δίπλα στην αμαξοστοιχία, που βρισκόταν και πάλι σταματημένη εκεί, υπήρχαν δυο οπλισμένοι Γερμανοί στρατιώτες και κάμποσοι επιτηρούμενοι λιμενεργάτες, που κουβαλούσαν σακιά και κιβώτια από τα βαγόνια σ’ ένα αγκυροβολημένο γερμανικό πλοίο.

«Αυτοί οι εργάτες που βλέπεις είναι Ρώσοι αιχμάλωτοι απ’ το ανατολικό μέτωπο αλλά και δικοί μας εργάτες, που δουλεύουν εδώ κάνοντας τον χαμάλη για ένα κομμάτι ψωμί. Όταν πέφτει πολλή δουλειά φέρνουν ενισχύσεις από ντόπιους που τους υποχρεώνουν να παρατήσουν τις δουλειές τους και να ’ρθουν να κάνουν αγγαρεία. Αν τολμήσουν να πουν όχι, τους κλείνουν στο κρατητήριο. Βλέπεις αυτό το κτίριο στο κάτω μέρος της πλατείας δεξιά μας; Εκεί τους κλείνουν! Παλιά εκεί ήταν η αστυνομία κι ακόμα παλιότερα το σπίτι και τα γραφεία των ευεργετών της Στυλίδας».

«Των ευεργετών της;» απόρησε ο παπάς.

«Ναι! Των αδελφών Αγαθοκλή. Δεν ξέρω αν ήταν από τον Πειραιά ή από το Πήλιο, όπως λένε κάποιοι άλλοι, αλλά σίγουρα ήταν μεγάλα μυαλά και μεγάλοι ευεργέτες της Στυλίδας. Πριν απ’ το 1900 τα τρία αδέλφια ήρθαν στη Στυλίδα και ίδρυσαν εδώ το μεγαλύτερο εργοστάσιο της κεντρικής Ελλάδας. Κόσμος και κοσμάκης δούλευαν στο εργοστάσιο αυτό. Οι εγκαταστάσεις του κάλυπταν κάμποσα στρέμματα στα δυτικά της πλατείας, αλλά τώρα από κείνο το εργοστάσιο έχει απομείνει μόνον αυτό το κτίριο, που στεγάζει υπηρεσίες και το κρατητήριο των κατακτητών. Τα ωραιότερα κτίρια στην πόλη τα έχουν επιτάξει οι Γερμαναράδες και οι Μακαρονάδες.[…]

Μετά από λίγο έστριψαν με το κάρο τους αριστερά και κατευθύνθηκαν προς τον κεντρικό δρόμο, απ’ όπου συνέχισαν την πορεία τους ανατολικά προς τις Ράχες. Καθ’ οδόν πέρασαν από το συνεταιριστικό ελαιοτριβείο, το παγοποιείο, το πρατήριο του πάγου, που οι κατακτητές το είχαν μετατρέψει σε αποθήκη τροφίμων, και το βαρελάδικο της πόλης, στην αυλή του οποίου πριν από την Κατοχή υπήρχαν αμέτρητα ξύλινα βαρέλια, απαραίτητα για την αποθήκευση της σοδειάς των ελαιοπαραγωγών. Καθώς έστριψαν ανατολικά στον κεντρικό δρόμο, αντίκρισαν τέσσερα ακόμα σχετικά μεγάλα κτίρια. Τα δύο πρώτα, που περικλείονταν από μαντρότοιχο και είχαν επιταχτεί από τους Ιταλούς, στέγαζαν ως το 1932 το σχολαρχείο και στη συνέχεια το δημοτικό σχολείο της πόλης.

Το τρίτο ήταν μεγαλύτερο και ψηλότερο: Τριώροφο, μ’ έναν ημιυπόγειο όροφο κι άλλους δυο πάνω απ’ αυτόν, βρισκόταν στο βάθος ενός μεγάλου οικοπέδου, το οποίο μετά την Τουρκοκρατία αποτελούσε στρατόπεδο ενός λόχου του 42ου Συντάγματος Ευζώνων Λαμίας. Το τριώροφο άρχισε να κτίζεται εκεί μετά το 1900 και προοριζόταν για ναυτική σχολή, αλλά παρέμεινε ημιτελές. Σ’ αυτό στεγάστηκαν προσωρινά οι πρόσφυγες που έφτασαν στη Στυλίδα μετά τον πρώτο διωγμό των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης ενώ αργότερα οι νεαροί της πόλης το μετέτρεψαν σε γυμναστήριο. Το τέταρτο και τελευταίο κτίριο, βρισκόταν στην κάτω πλευρά του δρόμου και στέγαζε την ηλεκτρική εταιρεία της πόλης.

Αργότερα, μετά από τέσσερα περίπου χιλιόμετρα ευθύγραμμης πορείας μέσα απ’ τον ελαιώνα, πραγματοποίησαν μια σύντομη στάση στην ποτίστρα του Αντρόπουλου, για να […] ποτίσει (ο Λάγιος) τον Γρίβα. Μετά τον Αντρόπουλο, αφού πέρασαν μερικές στροφές, αντίκρισαν στο βάθος μιας ευθείας του δρόμου με νοτιοανατολική κατεύθυνση ένα κομμάτι θάλασσας με δυο νησάκια: ένα πεδινό και μακρόστενο κι ένα δεύτερο -πολύ μικρότερο- σε σχήμα κυκλικού λόφου.

«Αυτά είναι τα Λιχαδονήσια», του εξήγησε ο Λάγιος. «Δύο φαίνονται από δω, η Στρογγυλή και το άλλο το μακρόστενο, αλλά υπάρχουν και πολλά άλλα μικρότερα. Ο δάσκαλος στο σχολείο μάς έλεγε ότι αυτά τα νησάκια είναι το κεφάλι, το κορμί και μερικά μικρότερα κομμάτια απ’ το κορμί κάποιου Λίχα, που τον πέταξε ο Ηρακλής απ’ το βουνό στη θάλασσα. Και ξέρεις γιατί;»
Πριν προλάβει ο παπάς να του απαντήσει ότι ο μύθος τού ήταν γνωστός, συνέχισε εξηγώντας του με λεπτομέρειες το γιατί. Κι αφού του εξιστόρησε παραστατικά τι έγινε, όταν ο Ηρακλής φόρεσε τον χιτώνα, που του έστειλε η γυναίκα του με τον υπηρέτη του τον Λίχα, κατέληξε:

«Σίγουρα ήταν κρίμα κι άδικο να πληρώσει ο κακόμοιρος ο Λίχας για τα τσιλιμπουρδίσματα του Ηρακλή με τη μορφονιά την Ιόλη και για τη βλακεία της ζηλιάρας της Δηιάνειρας, που πίστεψε ότι με τα μάγια ο άντρας της θα ξεχνούσε την πιτσιρίκα την Ιόλη και θα γύριζε κοντά της. Απ’ την άλλη μεριά όμως σκέφτομαι πως, αν δεν τον πέταγε το αφεντικό του στη θάλασσα, ούτε αυτά τα ωραία νησάκια θα υπήρχαν ούτε και θα ’ξερε ο κόσμος μετά από τόσα χρόνια ποιος ήταν ο Λίχας!...»                                                                                                                                                     
Μετά από δυο περίπου χιλιόμετρα πέρασαν από τον Καραβόμυλο, τον ένα από τους δυο παραθαλάσσιούς οικισμούς του Αχινού. Παλιά δεν ήταν οικισμός, αλλά αυτό που λέει τ’ όνομά του: ένας υδρόμυλος για τα καράβια. Ο μύλος δεν υπήρχε πλέον, το όνομα όμως το κληρονόμησε ο οικισμός με τα ελάχιστα σπίτια που είχαν ξεφυτρώσει κατά μήκος του δρόμου.
Σε λιγότερο από μισή ώρα έφτασαν στον Αχινό.
 
Σχεδόν όλο το χωριό βρισκόταν στο πάνω μέρος του δρόμου, αραιοκατοικημένο, με τα περισσότερα σπίτια του σπαρμένα στις πλαγιές δύο λόφων. Τα μικρότερα και πιο φτωχικά βρίσκονταν στην κορυφή και στην ανατολική πλαγιά του δυτικού λόφου, του «μαχαλά». Τα μεγαλύτερα κάλυπταν το χαμηλότερο μέρος της πλαγιάς του «κάστρου» -της ακρόπολης του αρχαίου Εχίνου- κι αγνάντευαν νότια προς τη θάλασσα. Στην κορυφή του κάστρου δέσποζε η χαμηλή πετρόχτιστη μάντρα του νεκροταφείου με το μικρό καμπαναριό της αόρατης από τον δρόμο εκκλησίας, ενώ ανάμεσα στα σπίτια που κατηφόριζαν προς το πεδινό τμήμα του χωριού, βρίσκονταν δέντρα και μερικά κτίρια που ξεχώριζαν από τον όγκο τους.

Είχε ακούσει ο Λάγιος από τον Σκαλιάρη ότι ο παπα-Σταύρος προοριζόταν για την ενορία του Αχινού, γι’ αυτό και προσφέρθηκε να πραγματοποιήσει μια παράκαμψη του κεντρικού δρόμου για να περάσουν μέσα από το χωριό.
Προχωρώντας στους πρόποδες του δυτικού λόφου ανάμεσα σε αγροτικά σπίτια με αυλές, πεζούλια με λουλούδια και λαχανόκηπους έφτασαν στο γεφύρι του ενός από τα εφτά συνολικά ρέματα που διέσχιζαν το καταπράσινο χωριό.

«Το γεφύρι σ’ αυτό το ρέμα είναι σαν σύνορο. Μετά απ’ αυτό ξεκινάνε τα σπίτια του κάστρου», εξήγησε ο Λάγιος. «Παράδεισος είναι τούτο το χωριό με τόσα νερά, αν το συγκρίνω με κάποια άλλα. Τι λογής μοιρασιά είναι αυτή, δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω», κατέληξε, μ’ ένα πειραχτικό χαμόγελο. . .
«Τι εννοείς;» απόρησε ο παπάς.
 
«Θα σου εξηγήσω και θέλω και μια απάντηση, μιας κι ο κυρ Ματθαίος μου ’πε πως είσαι απ’ τους λίγους γραμματιζούμενους παπάδες της μητρόπολης. Μας λέτε πως ο Θεός είναι Δίκαιος, όμως εγώ κάθε φορά που περνάω από τούτο το χωριό σκέφτομαι: Είναι δικαιοσύνη αυτή, στον Αχινό το νερό να περισσεύει και να χύνεται στη θάλασσα κι εμείς στις Ράχες και στη Νίκοβα να λέμε το νερό νεράκι; Απ’ το πηγάδι το κουβαλάμε με τον ντενεκέ και δεν μας περισσεύει σταγόνα για να φυτέψουμε στις αυλές μας κα’να δεντράκι ή μερικά λουλούδια».

«Τι να σου πω; Ανεξερεύνητες οι βουλές του Κυρίου! Ίσως, βαθειά στη γη, κάτω απ’ τη Νίκοβα και τις Ράχες να υπάρχουν ποτάμια ολόκληρα με νερό. Δεν αποκλείεται κάποτε με κάποιο τρόπο να ’ναι γραφτό αυτό το νερό ν’ ανεβεί στην επιφάνεια και να γίνουν και τα χωριά αυτά καταπράσινα και με ψηλά πλατάνια. όπως αυτά τα δυο μπροστά μας».
«Ζήσε Μαύρε μου, να φας το Μάη τριφύλλι…» αποκρίθηκε ο Λάγιος, κλείνοντας τη συζήτηση για το νερό.

Το πρώτο κτίσμα που συνάντησαν μετά το γεφύρι ήταν ο γραφικός υδρόμυλος του χωριού, προέκταση του οποίου αποτελούσε το σπίτι του μυλωνά. Μύλος και σπίτι βρίσκονταν μαζί με μια ντριστέλα κοντά στο ένα από τα δυο πανύψηλα πλατάνια, που είχε αναφέρει ο παπάς. Αμέτρητα ήταν τα χαμηλότερα πλατάνια που περικύκλωναν τον θεόρατο «πλάτανο του μύλου» κι ανάμεσά τους κυλούσαν μικρά ρέματα κι αμέτρητα αυλάκια με νερό, που έφτανε ως το μύλο με ένα από τα μεγαλύτερα ρέματα των πλούσιων πηγών του Αϊ-Δημήτρη.

Συνεχίζοντας τον δρόμο τους, πέρασαν απ’ το σχολείο, το κοντινό τριώροφο «κοτσέκι» , τον εμβληματικό μεσαιωνικό πύργο κι ένα μεγάλο, νεότερο σε ηλικία, καστρόσπιτο. Μετά απ’ αυτό το εντυπωσιακό κτίριο κατηφόρισαν και, αφού πέρασαν δίπλα απ’ το υδροκίνητο ελαιοτριβείο και πάνω απ’ το γεφύρι ενός ακόμα ρέματος, έφτασαν στο κέντρο του χωριού. Εκεί, σε μια μικρή πεδινή έκταση, που ένωνε τους δυο λόφους, υπήρχαν τα μερικά ακόμα σπίτια του χωριού, δυο καφενεία, μια μικρή πλατεία και η λιθόκτιστη βασιλική της Αγίας Αικατερίνης, που γειτνίαζε μ’ ένα ψηλό κυπαρίσσι, μια βρύση και μια μαρμάρινη προτομή.

«Τα περισσότερα απ’ τα καινούργια σπίτια του Αχινού που είδες στον Μαχαλά και στο Κάστρο, καθώς και τούτα εδώ στο ίσιωμα, χτίστηκαν, παπά μου, γύρω στα χίλια εννιακόσια», εξήγησε ο Λάγιος. «[…] Εκείνο το ψηλό σπίτι με τις πολεμίστρες ανάμεσα στον πύργο και το λιοτρίβι, που περάσαμε δίπλα του και κάποια άλλα πολύ παλιά κτίρια κοντά σ’ αυτό, πρέπει να χτίστηκαν επί Τουρκοκρατίας, που ο Αχινός ήταν τσιφλίκι κάποιου αγά. Το βλέπεις αυτό το άγαλμα μπροστά εις την εκκλησία;»
«Το βλέπω κι ήμουν έτοιμος να σε ρωτήσω τίνος είναι».

«Είναι του Σκουμπουρδή, ενός Ηπειρώτη που αγόρασε απ’ τον τελευταίο Τούρκο αγά το τσιφλίκι του Αχινού κι έζησε κι ο ίδιος σαν αγάς. Αργότερα μάλιστα έγινε και βουλευτής, ενώ ολόκληρο το χωριό είχε πάρει για κάμποσα χρόνια τ’ όνομά του. Δεν έλεγαν περάσαμε απ’ τον Αχινό αλλά περάσαμε απ’ τα «Σκουμπουρδέϊκα!»
Ήταν διαφωτιστικότατος για την νεότερη ιστορία του χωριού ο Λάγιος, μα όχι και για την ιστορία της αρχαίας πόλης του Εχίνου, για τον οποίο συνέχισε να ρωτά ο παπάς.

«Αυτά που υπάρχουν απ’ τ’ αρχαία χρόνια βρίσκονται τα περισσότερα στο κάστρο. Πίσω απ’ αυτό, στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, σώζονται μεγάλα αγκωνάρια, σαν αυτά που είδες στην Αγία Αικατερίνη της Στυλίδας. Αλλά και στην ανατολική πλευρά του κάστρου, κοντά στον πύργο, βρίσκονται τα αγκωνάρια της Αγια-Φουτόκους. Δεν φαίνονται από δω που είμαστε, αλλά σχηματίζουν έναν τοίχο που έχει ύψος έξι με εφτά μέτρα».

«Θα είναι απομεινάρια από το τείχος του κάστρου», υπέθεσε ο παπάς.
«Δεν ξέρω αν είναι απομεινάρια από το τείχος ή αν εκεί κοντά υπήρχε κάποια εκκλησία της Αγίας Φουτόκους, αν και νομίζω πως δεν υπάρχει αγία Φουτόκου».
«Υπάρχει όμως η Υπερ-αγία Θεοτόκος», του θύμισε. «Μπορεί, όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός, να υπήρχε εκεί κοντά εκκλησία της Θεοτόκου, την οποίαν κάποιοι από τους κατακτητές Σλάβους, Ενετούς ή Τούρκους που πέρασαν παλιά από δω, την πρόφεραν Φουτόκου και το όνομα αυτό καθιερώθηκε».

«Τώρα που το λες, σκέφτομαι πως μάλλον έχεις δίκιο. Η εκκλησία του νεκροταφείου στο κάστρο γιορτάζει τον Δεκαπενταύγουστο, της Παναγίας. Ίσως αυτήν να εννοούσαν».
Με τη βόλτα μέσα στον Αχινό και με τη συζήτηση που έπιασε ο Λάγιος καθ’ οδόν προς τις Ράχες με δυο γνωστούς του Αχινιώτες, που επέστρεφαν απ’ τα κτήματά τους καθυστέρησαν κι άρχισε να σουρουπώνει.
Όταν πλησίασαν στον προορισμό τους, το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ο παπάς ήταν ελάχιστα σπίτια δεξιά τους στην παραλία κι αριστερά τους, πάνω στις κορυφές των λόφων, που βρίσκονται στα ριζά της Όθρης, τα σπίτια του χωριού, που του φάνηκε μεγαλύτερο απ’ τον Αχινό. Όταν επιτέλους έφτασαν εκεί, ο Λάγιος τον οδήγησε κατευθείαν στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους. Μέσα σ’ αυτήν μερικές γυναίκες, περίμεναν υπομονετικά «τον παπά από τη Λαμία», για να παρακολουθήσουν την ακολουθίαν του Εσπερινού.

Θάνος Μπλούνας

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:

Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το STILIDA NEWS δεν υιοθετεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή.
Δεν πρόκειται να λογοκρίνεται κανένα σχόλιο που θα περιλαμβάνει καλοπροαίρετη κριτική ή θα διορθώνει κάποιο δικό μας σφάλμα.Τα συκοφαντικά, υβριστικά, απειλητικά, εκβιαστικά, ρατσιστικά ή κοινωνικού αποκλεισμού μηνύματα θα διαγράφονται.
ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟ.
Απαντήσεις από τον διαχειριστή μόνο στα επώνυμα σχόλια.

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *


Για τους αναγνώστες

Τα αναγραφόμενα από τους αναγνώστες δεν εκφράζουν τις απόψεις του διαχειριστή του STILIDA NEWS και φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη των όσων γράφουν. Τα συκοφαντικά, υβριστικά, απειλητικά, εκβιαστικά, ρατσιστικά ή κοινωνικού αποκλεισμού μηνύματα θα διαγράφονται. Σε περίπτωση που μας διαφύγει κάποιο από τα μηνύματα αυτά παρακαλούμε τον ή τους θιγόμενους να μας ενημερώσουν στη διεύθυνση gkordis@gmail.com για να διαγραφεί.

ΚΥΡΙΩΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ

Η αναδημοσίευση δε ενός άρθρου δεν συνεπάγεται και την υιοθέτηση του περιεχομένου του από το "STILIDA NEWS"






Ο διαχειριστής

Ακολουθήστε μας στο Facebook
Powered by: Internetsmash
 
 
Google Analytics Alternative