Social Icons

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΥΒΕΛΕΣ


από 22 συνεδρίες

(Αποσπάσματα αφηγήσεων της Φ.Π. στη σχολική ψυχολόγο
Τάξη A – Σχολικό Έτος 2011 – 12)

Από το βιβλίο του Θάνου Μπλούνα με τίτλο «Η εξομολόγηση» (Οιωνός 2012)

(12)

(...) Ο παππούς μου, κυρία, από τότε που ο φίλος του δεν είναι υπουργός, δεν ξαναπήγε στο υπουργείο και σταμάτησε να παίρνει μίζες, που είναι τα λεφτά που έπαιρνε, όταν βοηθούσε τον υπουργό στις δουλειές του. Ούτε κι ο μπαμπάς που βοηθούσε τότε τον παππού μου δεν παίρνει μίζες κι αυτά που βγάζει τον τε­λευταίο καιρό από το γραφείο του στον Πειραιά δεν είναι πολλά, όπως ήταν πριν, αλλά είναι πολύ λίγα. Γι’ αυτό, τώρα που παίρνει λιγότερα λεφτά, έχει περισσότερα νεύρα και βρίζει συνέχεια και λέει πως αυτοί οι μαλάκες που μας κουβάλησαν το ...μνημόσυνο θέλουν κρέμασμα, γιατί με το ...μνημόσυνο θα πεινάσουμε.

Εγώ δεν ξέρω τι είναι αυτό το ...μνημόσυνο, αλλά το ακούω κάθε μέρα στην τηλεόραση και μια μέρα άκουσα κάτι που είπαν και κατάλαβα πως ο μπαμπάς έχει δίκιο που το βρίζει. Εκείνη τη μέρα είχε μια συζήτηση στην τηλεόραση με υπουργούς και βου­λευτές, που την περισσότερη ώρα φώναζαν όλοι μαζί και δεν ξεχώριζα τι έλεγαν. Κάποια στιγμή όμως μια χοντρή κυρία, που κάπνιζε συνέχεια και μιλούσε νευριασμένη και φώναζε πιο πολύ απ’ όλους, είπε ότι οι ..ργαζόμενοι στην Ελλάδα τώρα με το ..μνη­μόσυνο έγιναν πιο φτωχοί ...κιποφέρουν και δεν έχουν ούτε να φάνε, ενώ οι βιομήχανοι και οι μεγάλοι ..πιχειρηματίες τρώνε με χρυσά κουτάλια. Μιαν άλλη μέρα πάλι, που η τηλεόραση έδειχνε μια διαδήλωση σε μια πλατεία, άκουσα κάποιον από αυτούς που φώναζαν να λέει ότι αυτοί που μας έφεραν το ...μνημόσυνο πρέπει να καθίσουν σ’ ένα σκαμνί. Και προχτές άκουσα τον μπαμπά μου που είπε στη Δάφνη ότι το ...μνημόσυνο μας το έφεραν ο Κωστάκης κι ο Γιωργάκης.

Εγώ δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο Κωστάκης και ποιος είναι ο Γιωργάκης, αλλά ο μπαμπάς άρχισε να τους βρίζει και να λέει πως ο ένας τα έκανε σκατά κι ο άλλος απόσκατα και πως έπρεπε να τους έχουν κρεμάσει και τους δυο από καιρό. Τότε η Δάφνη του είπε πως έχει δίκιο και πως γι’ αυτό ο κόσμος τώρα θέλει τον ...Τσύριζα, που θα μας σώσει από το ...μνημόσυνο. Ο μπαμπάς όμως, μόλις άκουσε το όνομα αυτού του ...Τσύριζα, θύμωσε ξαφνικά μαζί της και της φώναξε: «Αν σε ξανακούσω να αναφέρεις αυτό το όνομα, θα σ’ αστράψω μια ανάποδη να καταπιείς τη γλώσσα σου! Σου είχα πει ότι, από τη στιγμή που θα γίνεις γυναίκα μου, τα πάρε δώσε με τον ...Τσύριζα θα τα κόψεις με το μαχαίρι. Κι αν καταλάβω, κακομοίρα μου, ότι συνεχίζεις μαζί του, θα γίνει εδώ μέσα της Πόπης το κάγκελο!»

Εγώ, κυρία, πολλά από αυτά που είπαν προχτές ο μπαμπάς και η Δάφνη δεν τα κατάλαβα αλλά τα θυμάμαι, γιατί το μυαλό μου, όπως λέει και η γιαγιά, είναι σαν το μαγνητόφωνο! Κι αυτόν τον ...Τσύριζα δεν τον γνωρίζω, αλλά θυμάμαι ότι το όνομά του το είχα ξανακούσει και από τη θεία και από την τηλεόραση. Η θεία είχε πει μια μέρα στη γιαγιά ότι στις εκλογές θα ψηφίσει τον ...Τσύριζα γιατί είναι ο καλύτερος. Και η τηλεόραση, πολλές φορές που την άνοιγε ο παππούς για ν’ ακούσει τις ειδήσεις, ανέφερε τ’ όνομά του, αλλά δεν τον είχε δείξει ποτέ, για να δω κι εγώ αν είναι τόσο καλός όσο λέει στη γιαγιά η θεία. Όταν όμως ανέφερε η Δάφνη το όνομά του και είδα πόσο θύμωσε ο μπαμπάς, κατάλαβα ότι δεν τον δείχνει η τηλεόραση, γιατί ο μπαμπάς θα πάει να τον βρει να τον δείρει άσκημα. Κι εκτός από αυτό κατάλαβα πως η Δάφνη φοβήθηκε πάρα πολύ, γιατί πρώτη φορά της μίλησε άγρια ο μπαμπάς. Κι ο μπαμπάς μου όμως, μόλις είδε πως η Δάφνη είχε κιτρινίσει μ’ αυτό που της είπε, κατάλαβε κι αυτός πως φοβήθηκε και γι’ αυτό δεν ξαναφώναξε, αλλά της είπε «συγ­γνώμην που σου μίλησα έτσι, αλλά όταν ακούω ...Τσύριζα, παθαίνω σαν τον ταύρο που βλέπει κόκκινο πανί».

Εγώ, κυρία, αυτό που της είπε στο τέλος για το κόκκινο πανί δεν το κατάλαβα. Όταν όμως τον άκουσα να της λέει συγγνώμην, κατάλαβα πως είχε ξεθυμώσει και είχε μετανιώσει γι’ αυτά που της είχε πει πρωτύτερα, που ήταν θυμωμένος. (...)

(13)

(...) Χτες, κυρία, ο μπαμπάς μου δεν ήταν θυμωμένος, όπως είναι άλλες φορές, αλλά καθόταν σκεφτικός στην πολυθρόνα και στα χέρια του κρατούσε μια ...φημερίδα, χωρίς να τη διαβάζει.

Όταν τον είδε έτσι αμίλητο η Δάφνη τον ρώτησε τι σκέφτεται κι αυτός της είπε πως σκέφτεται να κάνει κι αυτός ...φτώχεση, όπως κάνουν κάθε μέρα πολλές ...πιχειρήσεις. Εγώ, όταν άκουσα ότι θα κάνει ...φτώχεση και να γίνουμε κι εμείς φτωχοί, τρόμαξα, γιατί, όταν θα γίνουμε φτωχοί, δεν θα έχουμε ούτε να φάμε! Το ίδιο με μένα φαίνεται πως τρόμαξε και η Δάφνη. «Αν κάνεις... φτώχεση, πώς θα ζήσουμε;» ρώτησε. «Μη φοβάσαι,» της είπε ο μπαμπάς, «δεν πρόκειται να πεινάσουμε!» «Και πώς θα ζήσουμε;» τον ξαναρώτησε. «Εγώ δεν έχω λεφτά. Το ήξερες πως ήμουνα φτώχιά, όταν με παντρεύτηκες». «Δεν είχες λεφτά και ήσουνα φτώχιά αλλά αλλά τώρα έχεις και είσαι πλούσιοί» της είπε χαμο­γελώντας ο μπαμπάς. Κι επειδή η Δάφνη δεν καταλάβαινε της εξήγησε πως όλα τα λεφτά που μάζευε τόσα χρόνια τα έχει στείλει στο ...ξωτερικό σε κάποια Ελβετία και της έχει στείλει κι ένα χαρτί πως τα λεφτά αυτά είναι και της γυναίκας του της Δάφνης, για να μπορεί να τα πάρει η γυναίκα του, αν ο μπαμπάς πάθει τίποτα. «Έκανες τέτοιο πράγμα για μένα;» τον ρώτησε αυτήν τη φορά η Δάφνη. Και τότε ο μπαμπάς έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου του κάτι χαρτιά και της τα έδειξε και της είπε «Αν δεν με πιστεύεις, διάβασε και θα δεις». Τότε η Δάφνη κοίταξε τα χαρτιά και είδε το όνομά της και πίστεψε πως ο μπαμπάς τής είχε πει την αλήθεια και φώναξε «Θεέ μου, είμαι πολύ πλούσια!» Αμέσως μετά, κυρία, όρμησε πάνω στον μπαμπά μου, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του είπε: «Σ’ ευχαριστώ, μωρό μου! Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα το έκανες αυτό για μένα. Πάμε αμέσως στο δωμάτιό μας!»

Εγώ, κυρία, παραξενεύτηκα όταν το άκουσα αυτό το τελευταίο, επειδή δεν είχε νυχτώσει ακόμα και στο δωμάτιό τους πάνε τη νύχτα για ύπνο. Το ίδιο φαίνεται ότι παραξενεύτηκε και ο μπαμπάς, που του είπε να πάνε εκεί τέτοια ώρα κι έβαλε τα γέλια και της είπε: «Γιατί να πάμε στο δωμάτιό μας από τώρα, βρε τρελό;» «Γιατί τώρα που μου έδειξες αυτό που έκανες για μένα θέλω να πάμε μέσα να σου δείξω το κιλοτάκι που φόρεσα για σένα...» Έτσι του είπε, κυρία, κι αμέσως μετά τον τράβηξε από το χέρι και τον πήρε μαζί της στο δωμάτιό τους.

Εγώ, κυρία, δεν ξέρω τι έγινε μετά, γιατί η γιαγιά όταν είδε τη Δάφνη να τραβάει από το χέρι τον μπαμπά μου, μου είπε: «Φιλίτσα, έλα δω, να σου πω ένα παραμύθι, κούκλα μου». Κι όταν πήγα κοντά της, την άκουσα που έλεγε στον εαυτό της: «Αυτή η Τσούλα θα τον πηδήξει μπροστά στο παιδί του τον ξεμωραμένο!» Και τότε κατάλαβα πως η γιαγιά γέρασε πολύ κι έχει αρχίσει να χαζεύει και γι’ αυτό κουβεντιάζει με τον εαυτό της! (...)

Προηγούμενο

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ:

Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το STILIDA NEWS δεν υιοθετεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή.
Δεν πρόκειται να λογοκρίνεται κανένα σχόλιο που θα περιλαμβάνει καλοπροαίρετη κριτική ή θα διορθώνει κάποιο δικό μας σφάλμα.Τα συκοφαντικά, υβριστικά, απειλητικά, εκβιαστικά, ρατσιστικά ή κοινωνικού αποκλεισμού μηνύματα θα διαγράφονται.
ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟ.
Απαντήσεις από τον διαχειριστή μόνο στα επώνυμα σχόλια.

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *


Για τους αναγνώστες

Τα αναγραφόμενα από τους αναγνώστες δεν εκφράζουν τις απόψεις του διαχειριστή του STILIDA NEWS και φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη των όσων γράφουν. Τα συκοφαντικά, υβριστικά, απειλητικά, εκβιαστικά, ρατσιστικά ή κοινωνικού αποκλεισμού μηνύματα θα διαγράφονται. Σε περίπτωση που μας διαφύγει κάποιο από τα μηνύματα αυτά παρακαλούμε τον ή τους θιγόμενους να μας ενημερώσουν στη διεύθυνση gkordis@gmail.com για να διαγραφεί.

ΚΥΡΙΩΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ

Η αναδημοσίευση δε ενός άρθρου δεν συνεπάγεται και την υιοθέτηση του περιεχομένου του από το "STILIDA NEWS"






Ο διαχειριστής

Ακολουθήστε μας στο Facebook
Powered by: Internetsmash
 
 
Google Analytics Alternative